Δάφνη και Απόλλων

  • Απόλλων και Δάφνη
  • Απόλλων και Δάφνη
  • Απόλλων και Δάφνη
  • Απόλλων και Δάφνη
  • Απόλλων και Δάφνη
  • Απόλλων και Δάφνη
  • Απόλλων και Δάφνη

Απόλλων και Δάφνη

(από το εκπαιδευτικό υλικό του Μυθολογικού Εργαστηρίου για παιδιά)

Σύμφωνα με τον μύθο, η Δάφνη ήταν κόρη της Γαίας και του ποτάμιου θεού Λάδωνα. Η Δάφνη ήταν προφητική νύμφη της μητέρας της Γαίας στους Δελφούς.

Η Δάφνη προτιμούσε περισσότερο τα έργα της Αρτέμιδος, να τρέχει μέσα στα δάση κυνηγώντας αγρίμια με μια ταινία στα μαλλιά της και δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τις τελετές του γάμου.

Η Δάφνη ήταν πολύ όμορφη και μια μέρα την είδε ο γιος του βασιλιά Οινόμαου, Λεύκιππος και την ερωτεύτηκε. Ο Λεύκιππος ήθελε πολύ να βρίσκεται κοντά της αλλά ήξερε ότι της Δάφνης δεν της άρεσαν οι συναναστροφές με άνδρες κι έτσι δεν του έδινα καμμιά σημασία. Ο Λεύκιππος που διατηρούσε μακριά τα μαλλιά του σκέφτηκε να μεταμφιεστεί σε κοπέλα. Έτσι, ντύθηκε με μία γυναικεία εσθήτα και εμφανίστηκε στη Δάφνη ως κόρη του βασιλιά Οινόμαου και επειδή ήταν πολύ περιποιητικός πέτυχε τη φιλία της Δάφνης και την συνόδευε όπου κι αν πήγαινε.
Όμως, δεν ήταν μόνο ο Λεύκιππος που είχε ερωτευθεί τη Δάφνη αλλά κι ένας Θεός! Ο Θεός Απόλλων.

Ο Θεός Απόλλων που τον τόξευσε ο Θεός Έρωτας με τα βέλη του ερωτεύθηκε κι αυτός την όμορφη νύμφη Δάφνη και συνεχώς σκεφτόταν τα όμορφα μαλλιά της που έπεφτασν αστόλιστα στους ώμους, τα μάτια της που έλαμπαν σαν τα άστρα και άλλα. Όμως, εκείνη όταν τον συναντούσε μπροστά της έφευγε γρήγορα για να τον αποφύγει.

Ο Απόλλων βλέποντας πως η Δάφνη είχε στην παρέα της έναν άνδρα, τον Λεύκιππο, που ήταν μάλιστα και ερωτευμένος μαζί της, θέλησε να αποκαλύψει την απάτη. Έτσι, γέννησε την επιθυμία στη Δάφνη και τις φίλες της να κολυμπήσουν στον ποταμό Λάδωνα. Ο Λεύκιππος δεν ήθελε να κολυμπήσει για να μην τον καταλάβουν αλλά εκείνες επέμειναν και κατάφεραν να τον γδύσουν με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί το φύλο του, δηλαδή ότι ο Λεύκιππος ήταν άνδρας. Η Δάφνη και οι άλλες κοπέλες οργίστηκαν με το τέχνασμα και την κοροϊδία του Λεύκιππου για να μπορέσει να μπει στη συντροφιά τους και όρμηξαν καταπάνω του για να τον τιμωρήσουν.
Η Δάφνη εξοργισμένη έφυγε για να βρει την ηρεμία της στο αγαπημένο της δάσος αλλά εκεί συνάντησε τον Απόλλωνα που την αγαπούσε και ήθελε να την κερδίσει. Η Δάφνη τον προσπέρασε γρήγορα χωρίς να κάτσει ούτε λεπτό να ακούσει αυτά που ήθελε να της πει ο Απόλλων, ο οποίος τρέχοντας από πίσω της, έλεγε:

«Μην είσαι τόσο βιαστική! Σταμάτα να φοβάσαι,
θα περπατάω πίσω σου αν πάψεις τη φυγή σου.
Να μάθεις δε με ρώτησες ποιο είναι το όνομά μου.
Δεν είμαι εγώ απ' τα βουνά, μα ούτε και τσοπάνος
να βόσκω τα κοπάδια μου σε τούτα εδώ τα μέρη.
Αν ήξερες ποιος ήμουνα δε θα 'τρεχες καθόλου.
Δική μου η χώρα των Δελφών, η Τένεδος και η Κλάρος,
κι εμένα όλοι λατρεύουνε στην πόλη των Πατάρων.
Ο Δίας είν' πατέρας μου, κι εγώ αποκαλύπτω
μελλούμενα και τωρινά κι αυτά που έχουν γίνει.
Με τις χορδές της λύρας μου δένονται τα τραγούδια.
Τα βέλη μου αλάθευτα, βρίσκουν πάντα το στόχο,
όπως αυτό που άνοιξε πληγή μες στην καρδιά μου.
Την ιατρική ανακάλυψα κι ο κόσμος με ικετεύει,
στα χέρια μου τα βότανα βρίσκουν τη δύναμή τους,
μα βότανο δε βρίσκεται τον έρωτα να γιάνει
κι όλες οι τέχνες άχρηστες είναι για μένα τώρα.»

Μα η νύμφη φοβισμένη έτρεξε με λυτά μαλλιά, που απαλές αύρες τα έστελναν προς τα πίσω και τα ρούχα της να ανεμίζουν και μέσα στη φυγή της έμοιαζε ακόμα πιο όμορφη. Ο Απόλλων την ακολούθησε γιατί δεν ήθελε να χάσει μια τόσο όμορφη κοπέλα και σε κάθε του βήμα ο έρωτάς του μεγάλωνε. Η Νύμφη και ο Θεός έτρεχαν σαν τα αγρίμια, εκείνος από έρωτα κι εκείνη από φόβο. Ο έρωτας του Απόλλωνα σαν να του έδωσε φτερά και τη νύμφη πλησίασε και κόντεψε να την αγγίξει. Η Δάφνη πια ανήμπορη και κουρασμένη από την προσπάθεια της φυγής ένιωσε πως δεν αντέχει άλλο, τότε η νύμφη που βρισκόταν δίπλα στο ποτάμι φώναξε στον πατέρα της Λάδωνα:

«Πατέρα, αν έχουν δύναμη ακόμη τα ποτάμια
βοήθα με κι άλλαξε την όμορφη θωριά μου
γιατί αιτία είναι αυτή της περιπέτειάς μου»

Ο πατέρας της την άκουσε και σαν τελείωσε η ευχή της, άρχισε να μεταμορφώνεται. Ένιωσε το κορμί της να μουδιάζει και λεπτός φλοιός την κάλυψε. Τα χέρια της έγιναν κλαδιά και τα μαλλιά της φύλλα. Τα πόδια της τα γρήγορα στη γη βαθιά ριζώσαν. Το πρόσωπό της σκέπασε η φυλλωσιά του θάμνου και από όλη της την ομορφιά απόμεινε η λάμψη. Μα ο θεός δε έπαψε και τώρα να τη θέλει. Ο Απόλλων πλησίασε και άγγιξε το δέντρο με το χέρι του και κάτω από τον λεπτό φλοιό άκουσε την καρδιά της. Αγκάλισε σφιχτά τα κλαδιά, φίλησε τον κορμό της και της είπε:

«Αφού γυναίκα δεν μπορείς να γίνεις πια δική μου,
το δέντρο τώρα που έγινες αιώνια θα μου ανήκει.
Στεφάνι θα σε βάζω εγώ επάνω στα μαλλιά μου,
στολίδι και στη λύρα μου και γύρω απ' τη φαρέτρα.
Σαν τα μαλλιά μου που ποτέ δεν γνώρισαν ψαλίδι
και το κεφάλι μου ανθηρό για πάντα το κρατάνε,
έτσι κι εσύ τα φύλλα σου ποτέ σου δε θα χάνεις»

Η Δάφνη κούνησε την κορυφή της όπως θα έκανε ένα κεφάλι γνέφοντας καταφατικά, δείχνοντάς του πως συμφωνούσε.

 

Ευρετήριο