Ιερατείες

Θεός Παν

 

Θα αναφερθούμε σ τον Θεό Πάνα, έναν πανάρχαιο Θεό της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας, αρχικά έναν λησμονημένου ηλιακού χαρακτήρα προφητικό Θεό, κερασφόρο άρχοντα της γενετήσιας ισχύος και του όλου ιστού της εκδηλωμένης ζωής, προστάτη υπό την επίκληση «Νόμιος» των ποιμνίων και των κτηνοτρόφων, καθώς και των μελισσοκόμων, των κυνηγών και των αλιέων. Αργότερα, από την ελληνιστική εποχή κι εντεύθεν, απετέλεσε αυτός την ενσωμάτωση της έννοιας του Παντός, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον ιστό της εκδηλωμένης ζωής.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ Το όνομα του Θεού πιθανολογείται ότι ετυμολογείται από την ρίζα πα-, που δηλώνει φύλαξη ή περιποίηση, από την οποία και το ρήμα «πάομαι» (αποκτώ, φυλάσσω), καθώς και το λατινικό αντίστοιχό του «pasco», δηλαδή ποιμαίνω. Μία αφελή ετυμολόγηση επιχείρησε ο οπαδός του Ινδοευρωπαϊσμού Φρήντριχ Μαξ Μύλλερ (Friedrich Max Müller (1823–1900), υποτίθεται από το σανσκριτικό «παβάνα», δηλαδή άνεμος: χωρίς την οποιανδήποτε θεολογική βάση, ο Θεός Παν παρουσιάζεται να συμβολίζει τον... ελαφρύ άνεμο κατά τις πρωινές και απογευματινές ώρες.

 

ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ Ο Θεός, ηλιακού αρχικά αλλά λησμονημένου χαρακτήρα (βλ. «Saturnalia» του Μακρόβιου, όπου παρουσιάζεται προγενέστερος και ανώτερος του Διός, καθώς και την περίπτωση της Σικυώνος, όπου μοιραζόταν βωμό με τον Ήλιο), άρχει επί της γενετήσιας ισχύος και του όλου ιστού της εκδηλωμένης ζωής ως το πρότυπο της φυσικής ενέργειας και επίσης προστατεύει  τις αρχαιότερες τέχνες της εξασφάλισης της τροφής, δηλαδή την κτηνοτροφία, την θήρα και την αλιεία.

Ο Θεός απεικονίζεται κερασφόρος (σύμβολο της δημιουργικής - αναπαραγωγικής ισχύος), με πόδια τράγου (σύμβολο της αρσενικής γονιμότητας), γένι και μυτερά αυτιά, ένα «ζώο» που «μετασχηματίζεται» σε άνθρωπο, μία ενσωμάτωση της οδού προς τα άνω, απλής όμως και ανεπιτήδευτης όσο είναι και αυτή η ίδια η Φύση (γι’ αυτό άλλωστε και περιγράφεται ούτε ως δύστροπος, ούτε ως περισπούδαστος, αλλά με διαρκή παιχνιδιάρικη και πρόσχαρη διάθεση και επιπρόσθετα ανεπιτήδευτα ερωτικός). Λατρευτικά σχετίζεται κατά κανόνα με τις Νύμφες και άλλες δασικές θεότητες (στις οποίες, κατά την ύστερη αρχαιότητα, περιλαμβάνονται και οι νανο-πληθύνσεις του, οι λεγόμενοι «Πανίσκοι» ), ωστόσο και με τον Θεό Διόνυσο, τον πολικό του Διονύσου Θεό Απόλλωνα (ο οποίος λέγεται ότι εκμαίευσε από τον Πάνα την μαντική), αλλά και τις Ώρες (Cook, 112, σημ. 2 και 565), καθώς και, στην περίπτωση του Πινδάρου ο οποίος ήταν ενεργός θρησκευτής του Θεού Πανός, με την Μεγάλη Μητέρα (Κυβέλη) της οποίας αποκαλείται «οπαδός» (ενδιαφέρον ανάγλυφό του βρέθηκε και στο «Εν Άγραις Μητρώον» των Αθηνών). Αντανάκλαση του Πανός στον θαλάσσιο κόσμο είναι ο εκπροσωπών την άγρια φύση Τρίτων, ευμενής ωστόσο προς τους ανθρώπους και πλήρης σοφίας Θεός.

Στον Θεό αποδίδεται η αφετηρία της Μαντικής (μαντείο του λειτουργούσε στην Λυκόσουρα της Αρκαδίας, ενώ από επιγραφές και τον Παυσανία γνωρίζουμε πως χρησμοδοτούσε μέσω της συζύγου του Αρκάδος «Δρυάδος» νύμφης Ερατούς, ή Χρυσοπελείας κατά τον Απολλόδωρο, 3.9.1) καθώς και έλξη προς μία πηγαία μουσική και όρχηση, αλληγορία της κυκλικής φυσικής αρμονίας την οποία υπηρετεί, γι’ αυτό άλλωστε και μυθολογείται ότι αυτός ήταν που φανέρωσε την κρυψώνα της «Μελαίνης Δήμητρος» υποχρεώνοντάς την να τερματίζει τον θρήνο της για την Περσεφόνη και να αποκαταστήσει την καρποφορία της γης.

Μετά την ελληνιστική εποχή, εκδηλώνεται μία επαν-επεξεργασία τής εκ των «πάντων» ερμηνείας του ονόματός του από τον «Ομηρικό Ύμνο» (στην οποία θ’ αναφερθούμε αμέσως παρακάτω). Εξαιτίας του σύνηχου του ονόματός του με το αντωνυμικό επίθετο «παν» (του οποίου η γενική είναι «Παντός» και όχι «Πανός»), ο Θεός αποκτά ευρέως την διάσταση του Παντός, δηλαδή της ίδιας της Φύσεως και όλων όσων περιέχονται σε αυτήν («τον Πάνα καλώ, τον ισχυρό, τον ποιμενικό, το κοσμικόν σύμπαν, / τον ουρανό και την θάλασσα και την παμβασίλισσα Γη / και το αθάνατον Πυρ, διότι αυτά είναι τα μέλη του Πανός» περιγράφει ο σχετικός «Ορφικός Ύμνος»). Σε αυτή την διάσταση του Θεού ανήκει η επίκλησή του ως «Ερημονόμου», δηλαδή φιλερήμου, μία εμπνευσμένη διατύπωση της μονότητας του όλου Παντός, καθώς και η ταύτισή του με τον Αιώνα σε έναν από τους «μαγικούς παπύρους» της Οξυρύγχου («Κύριε των Πάντων, Αιώνα των Αιώνων! Εσύ ο κυβερνήτης του σύμπαντος, εσύ Ρα, εσύ Παν»), ενώ σε άλλον πάπυρο της ίδιας κατηγορίας καλείται με τα παρακάτω λόγια: «ΔΕΥΡΟ ΣΥ, ΠΑΝΤΟΣ ΚΤΙΣΤΑ, ΘΕΩΝ ΘΕΕ, ΚΟΙΡΑΝΕ ΠΑΝΤΟΣ / ΠΑΝ, Ο ΔΙΑΣΤΗΣΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΤΩι ΣΕΑΥΤΩι ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΘΕΙΩι».

Ορφικός Ύμνος Θεού Πανός

«Πάνα καλώ κρατερόν, νόμιον, κόσμοιο το σύμπαν,
ουρανόν ηδέ θάλασσαν ιδέ χθόνα παμβασίλειαν
και πυρ αθάνατον, τάδε γαρ μέλη εστί τα Πανός.
Ελθέ μάκαρ, σκιρτητά, περίδρομε, σύνθρονε Ώραις,
αιγομελές, βακχευτά, φιλένθεε, αστροδίαιτε,
αρμονίην κόσμοιο κρέκων φιλοπαίγμονι μολπήι,
φαντασιών επαρωγέ, φόβων έκπαγλε βροτείων,
αιγονόμοις χαίρων ανά πίδακας ηδέ τε βούταις,
εύσκοπε, θηρητήρ, Ηχούς φίλε, σύγχορε νυμφών,
παντοφυής, γενέτωρ πάντων, πολυώνυμε δαίμον,
κοσμοκράτωρ, αυξητά, φαεσφόρε, κάρπιμε Παιάν,
αντροχαρές, βαρύμηνις, αληθής Ζεύς ο κεράστης,
σοι γαρ απειρέσιον γαίης πέδον εστήρικται,
είκει δ' ακαμάτου πόντου το βαθύρροον ύδωρ,
Ωκεανός τε πέριξ εν ύδασι γαίαν ελίσσων,
αέριόν τε μέρισμα τροφής, ζωοίσιν έναυσμα,
και κορυφής εφύπερθεν ελαφροτάτου πυρός όμμα,
βαίνει γαρ τάδε θεία πολύκριτα σήισιν εφετμαίς
αλλάσσεις δε φύσεις πάντων ταις σήισι προνοίαις,
βόσκων ανθρώπων γενεήν κατ’ απείρονα κόσμον.
Αλλά, μάκαρ, βακχευτά, φιλένθεε, βαιν’ επί λοιβαίς
ευιέροις, αγαθήν δ’ όπασον βιότοιο τελευτήν
Πανικόν εκπέμπων οίστρον επί τέρματα γαίης».


Μύθοι αναφορικά με τους «Προγόνους» και «απογόνους» του

Ο Θεός Παν είναι «υιός» κατά μία αρκαδική εκδοχή (που διασώζουν οι Ηρόδοτος 2.145, Νόννος 14.67, καθώς και οι Ψευδο-Υγίνος και Σέρβιος) του επίσης «Νομίου» Θεού Ερμού και της «Δρυάδος» νύμφης Πηνελόπης, ή, σε παραλλαγή, του Ερμού και της συνοδού της Θεάς Αρτέμιδος νύμφης Καλλιστούς (σχολιαστής στον Θεόκριτο, 1.3), ή, σε άλλη παραλλαγή, του Ερμού και της νύμφης Θύμβριδος (κατά τον σχολιαστή στον Θεόκριτο), ή, σε άλλη παραλλαγή, του Ερμού και της θυγατέρας του Δρύοπος («Ομηρικός Ύμνος» στον Πάνα), ή, σε άλλη παραλλαγή, του Ερμού και της «Ορειάδος» νύμφης Σώσης (Νόννος 14. 67).

Στην παραλλαγή που διασώζει ο «Ομηρικός Ύμνος», αναφέρεται ότι η μητέρα απαρνήθηκε το νεογέννητο εξαιτίας της τερατομορφίας του και τότε ο πατέρας Ερμής το μετέφερε απελπισμένος στον Όλυμπο μέσα σε προβιά λαγού, όπου έγινε δεκτός με χαρά από όλους τους Θεούς και περισσότερο από τον Διόνυσο, και έλαβε το όνομά του («Παν») λόγω του ότι χαροποίησε τους πάντες: «ΠΑΝΑ ΔΕ ΜΙΝ ΚΑΛΕΕΣΚΟΝ ΟΤΙ ΦΡΕΝΑ ΠΑΣΙΝ ΕΤΕΡΨΕ» («Και κάθισε πλάι στον Δία και στους άλλους αθανάτους /  κι έδειξε το παιδί κι όλοι τους τότε στην ψυχή τους καταχάρηκαν / οι αθάνατοι και προπαντός ο Βάκχειος Διόνυσος / και Πάνα τον ονόμασαν γιατί πάντων τις φρένες έτερψε.»,  στίχοι 44 - 47)

Ομηρικός Ύμνος Θεού Πανός

«'Αμφί μοι `Ερμείαο φίλον γόνον έννεπε Μούσα,
αιγιπόδην δικέρωτα φιλόκροτον ός τ' ανά πίση
δενδρήεντ' άμυδις φοιτά χοροήθεσι νύμφαις
αί τε κατ' αιγίλιπος πέτρης στείβουσι κάρηνα
Πάν' ανακεκλόμεναι νόμιον θεόν αγλαέθειρον
αυχμήενθ', ος πάντα λόφον νιφόεντα λέλογχε
καί κορυφάς ορέων και πετρήεντα κέλευθα.
φοιτά δ' ένθα και ένθα δια ρωπήϊα πυκνά,
άλλοτε μέν ρείθροισιν εφελκόμενος μαλακοίσιν,
άλλοτε δ' αύ πέτρησιν εν ηλιβάτοισι διοιχνεί,
ακροτάτην κορυφήν μηλοσκόπον εισαναβαίνων.
πολλάκι δ' αργινόεντα διέδραμεν ούρεα μακρά,
πολλάκι δ' εν κνημοίσι διήλασε θήρας εναίρων
οξέα δερκόμενος: τότε δ' έσπερος έκλαγεν οίον
άγρης εξανιών, δονάκων ύπο μούσαν αθύρων
νήδυμον: ουκ άν τόν γε παραδράμοι εν μελέεσσιν
όρνις ή τ' έαρος πολυανθέος εν πετάλοισι
θρήνον επιπροχέουσ' αχέει μελίγηρυν αοιδήν.
σύν δέ σφιν τότε νύμφαι ορεστιάδες λιγύμολποι
φοιτώσαι πυκνά ποσσίν επί κρήνη μελανύδρω
μέλπονται, κορυφήν δέ περιστένει ούρεος ηχώ:
δαίμων δ' ένθα καί ένθα χορών τοτέ δ' ες μέσον έρπων
πυκνά ποσίν διέπει, λαίφος δ' επί νώτα δαφοινόν
λυγκός έχει λιγυρήσιν αγαλλόμενος φρένα μολπαίς
εν μαλακώ λειμώνι τόθι κρόκος ηδ' υάκινθος
ευώδης θαλέθων καταμίσγεται άκριτα ποίη.
υμνεύσιν δέ θεούς μάκαρας καί μακρόν ''Ολυμπον:
οίόν θ' `Ερμείην εριούνιον έξοχον άλλων
έννεπον ως ό γ' άπασι θεοίς θοός άγγελός εστι
καί ρ' ό γ' ες 'Αρκαδίην πολυπίδακα, μητέρα μήλων,
εξίκετ', ένθα τέ οι τέμενος Κυλληνίου εστίν.
ένθ' ό γε καί θεός ών ψαφαρότριχα μήλ' ενόμευεν
ανδρί πάρα θνητώ: θάλε γάρ πόθος υγρός επελθών
νύμφη εϋπλοκάμω Δρύοπος φιλότητι μιγήναι:
εκ δ' ετέλεσσε γάμον θαλερόν, τέκε δ' εν μεγάροισιν
`Ερμείη φίλον υιόν άφαρ τερατωπόν ιδέσθαι,
αιγιπόδην δικέρωτα πολύκροτον ηδυγέλωτα:
φεύγε δ' αναΐξασα, λίπεν δ' άρα παίδα τιθήνη:
δείσε γάρ ως ίδεν όψιν αμείλιχον ηϋγένειον.
τόν δ' αίψ' `Ερμείας εριούνιος εις χέρα θήκε
δεξάμενος, χαίρεν δέ νόω περιώσια δαίμων.
ρίμφα δ' ες αθανάτων έδρας κίε παίδα καλύψας
δέρμασιν εν πυκινοίσιν ορεσκώοιο λαγωού:
πάρ δέ Ζηνί καθίζε καί άλλοις αθανάτοισιν,
δείξε δέ κούρον εόν: πάντες δ' άρα θυμόν έτερφθεν
αθάνατοι, περίαλλα δ' ο Βάκχειος Διόνυσος:
Πάνα δέ μιν καλέεσκον ότι φρένα πάσιν έτερψε.
Καί σύ μέν ούτω χαίρε άναξ, ίλαμαι δέ σ' αοιδή:
αυτάρ εγώ καί σείο καί άλλης μνήσομ' αοιδής».

Κατά μία δεύτερη εκδοχή (που παρέδωσε ο Επιμενίδης) είναι «υιός» του Θεού Διός και της νύμφης Καλλιστούς ή της Οινηϊδος. Σε άλλη παραλλαγή είναι «υιός» του Διός και της Ύβρεως (κατά τον Απολλόδωρο) ή της νύμφης Θύμβριδος (Ψευδο-Απολλόδωρος, 1.22), ενώ κατά μία τρίτη εκδοχή που διασώζει ο Πίνδαρος είναι «υιός» του Αιθέρος (δηλαδή του δημιουργικού αιτίου του «ζώντος» Παντός) και της «Λυκαιϊδος» νύμφης Οινόης. Κατά μία τέταρτη εκδοχή είναι «υιός» του Κρόνου και της Γαίας («Κρόνιος» στον «Ρήσσο» του Ευριπίδου, 36, «ΑΛΛ' Η ΚΡΟΝΙΟΥ ΠΑΝΟΣ ΤΡΟΜΕΡΑι ΜΑΣΤΙΓΙ ΦΟΒΗι») και κατά μία πέμπτη εκδοχή του Ουρανού και της Γης (σχολιαστής στον Θεόκριτο, 1.123, σχολιαστής στον Λυκόφρωνα, 1c). Οι δύο τελευταίες εκδοχές υποστηρίζονται έμμεσα και από τον Ερατοσθένη τον Κυρηναίο (276 – 194), ο οποίος στο έργο του «Καταστερισμοί ή Αστροθεσίαι» παρουσιάζει τον Θεό Πάνα να μοιράζεται με τον Θεό Δία τους μαστούς της αίγας Αμάλθειας.

Μία μυθολογική αφήγηση φέρνει τον Θεό Πάνα να έχει «ενωθεί» με την, θεωρούμενη «νόμιμη σύζυγό του», νύμφη Αίγα και δικός τους απόγονος (ή σε άλλη εκδοχή του Θεού Διός και της Αίγης) θεωρείται ο δευτερεύων Θεός Αιγίπαν (Αίγη και Παν). Ο Αιγίπαν απεικονίζεται με κατσικίσιο πρόσωπο και ουρά ψαριού (ο Αιγόκερως του ζωδιακού) και, κατά την αφήγηση της σύγκρουσης του Διός με τον Τυφώνα ή Τυφωνέα, βοήθησε λάθρα τον ύπατο των Ολυμπίων Θεών. Έκτοτε, ως ανταμοιβή, ο Ζευς τον έθεσε στον έναστρο ουρανό, ως αστερισμό.

«Υιός» του Πανός, από την «Ναϊάδα» νύμφη Μελία παρουσιάζεται από κάποιους και ο Θεός της μέθης Σιληνός (ενώ άλλοι τον παρουσιάζουν ως «υιό» του Απόλλωνος), ενώ κατά τον Οβίδιο γέννησε επίσης ο Παν και τον ποτάμιο σικελικό Θεό Άκη με την «Νηρηϊδα» νύμφη Συμαιθίδα. Κατά τον Υγίνο γέννησε επίσης και τον κυνηγό Κρότο (που μετά θάνατον απαθανατίστηκε από τον Δία ως αστερισμός του Τοξότη) με την «Ναϊάδα» νύμφη Ευφήμη του Ελικώνος, την περίφημη τροφό των Μουσών.

Ο Θεός Παν προσπάθησε επίσης, σύμφωνα με τον Οβίδιο, να «ενωθεί» ερωτικά με την «ναϊάδα» νύμφη Σύριγγα, θυγατέρα του ποταμού Λάδωνος, η οποία για να τον αποφύγει μεταμορφώθηκε σε καλάμι. Κρατώντας λυπημένος ο Θεός στο χέρι του το καλάμι άκουσε τον ήχο του αέρα που περνούσε μέσα από αυτό, θεώρησε ότι ακούει την αγαπημένη του και τότε, προκειμένου να την έχει πάντοτε μαζί του, έκοψε το καλάμι σε επτά άνισα κομμάτια, τα ένωσε μεταξύ τους με κερί και έφτιαξε το ομώνυμό της μουσικό όργανο το οποίο κάποιοι ονομάζουν «αυλό του Πανός».

Προσπάθησε επίσης ανεπιτυχώς να «ενωθεί» και με την νύμφη Ηχώ, η οποία παρά το ότι πρώτα τον σαγήνευσε με την μελωδική φωνή της, τελικά τον απέρριψε αρνούμενη να συνευρεθεί μαζί του, αν και σε άλλη εκδοχή απέκτησε μαζί της μια θυγατέρα, την φαρμακεύτρια Ίυγγα (ονοματική Ίυγξ) ή, σε άλλη εκδοχή, την Ιάμβη.

Ο τρίτος ανεπιτυχής έρωτάς του ήταν με την νύμφη Πίτυν (ονομαστική Πίτυς), την οποία όμως ο αντίζηλός του Βορέας κατακρήμνισε από έναν βράχο και η Γαία που την ευσπλαχνίσθηκε την μεταμόρφωσε σε πεύκο, που έκτοτε αποτελεί το ιερό δένδρο του Θεού. Τέλος ερωτοτρόπησε επί μακρόν με την Θεά Σελήνη, την οποία δελέαζε με διάφορα δώρα του, κατεβάζοντάς την από το ουράνιο στερέωμα.

Από το όνομά του προέρχεται και η λέξη «πανικός» («ΠΑΝΙΚΑΣ ΛΕΓΕΣΘΑΙ ΤΑΡΑΧΑΣ ΤΑΣ ΑΙΦΝΙΔΙΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΟΓΟΥΣ» σημειώνει ο Κορνούτος) και ο όρος «πανείον δείμα», για τον απροσδόκητο και ανεξήγητο έντονο φόβο. Λέγεται (από τον Ερατοσθένη, «Καταστερισμοί» 37) ότι μαχόμενος με την πλευρά των Θεών κατά των Τιτάνων κατασκεύασε από κογχύλι μία ισχυρή σάλπιγγα, ο τερατώδης ήχος της οποίας έτρεψε τους Τιτάνες σε άτακτη φυγή. Σε άλλη εκδοχή, έτρεψε σε φυγή τους εχθρούς του εκστρατεύσαντος στις Ινδίες Θεού Διονύσου, εκπέμποντας μία μεγάλη κραυγή. Ομοίως λέγεται ότι έσπειρε τον πανικό στις γραμμές των Περσών στην μάχη του Μαραθώνα και στην ναυμαχία της Σαλαμίνος και τιμήθηκε γι’ αυτό στην πρώτη περίπτωση με ένα άγαλμα που του αφιέρωσε ο Μιλτιάδης (με την επιγραφή «ΤΟΝ ΤΡΑΓΟΠΟΥΝ ΕΜΕ ΠΑΝΑ, ΤΟΝ ΑΡΚΑΔΑ, ΤΟΝ ΚΑΤΑ ΜΗΔΩΝ, ΤΟΝ ΜΕΤ’ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΣΤΗΣΑΤΟ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ») και στην δεύτερη με ξύλινα ξόανα που στήθηκαν προς τιμήν του στην νήσο Ψυτάλλεια. Λέγεται επίσης ότι πανικό έσπειρε και αργότερα (το έτος 279 π.α.χ.χ.), στις τάξεις των υπό τον Βρέννο εισβολέων Γαλατών, με επιφάνειά του στην είσοδο του Δελφικού Ιερού, που τους έκανε να παραφρονήσουν και να σκοτώνονται μεταξύ τους.

Ιερά ~ Αφιερώματα ~ Λατρεία

Χαρακτηριστικά σύμβολα του Θεού είναι o κλάδος πεύκου, η «σύριγξ» (μουσικό όργανο με ενωμένους ανισομήκεις καλαμένιους κυλίνδρους που παράγει έναν εύηχο συνδυασμό από απαλούς αλλά διαπεραστικούς ήχους. Ο Θεός παίζει στην «σύριγγα» επτά αυλούς, δηλαδή κατέχει την ολότητα της εκδηλωμένης Φύσης, τα 7 επίπεδα της πραγματικότητας) και το «λαγώβολον» (ειδικό κυνηγετικό κοντό ρόπαλο, «είρηται αυτό παρά το βάλλειν τους λαγωούς»). Ιερά ζώα του Θεού είναι ο σκύλος και ο λαγός, που συχνά απεικονίζονται μαζί του, καθώς επίσης και η χελώνα. Ιερά πτηνά του είναι ο αετός (απομεινάρι της αρχικής ηλιακής του φύσης) και ο γρύπας και ιερά φυτά η πίτυς (το πεύκο), η δρυς και ο κισσός.

 

Στην λατρεία του Θεού Πανός οι θρησκευτές προσέφεραν αγελάδες, κριάρια και πρόβατα καθώς και, όπως γνωρίζουμε από αναφορές στην «Παλατιανή Ανθολογία» γάλα, φρούτα και μέλι ή, κρεμασμένα σε πεύκα (πρακτική που συνεχίστηκε μέχρι και τον 6ο μεταχριστιανικό αιώνα), δέρματα θηραμάτων, κέρατα, ραβδιά, λουριά σκύλων και ακόντια, ακόμη και καβούρια από τους αλιείς. Προς τιμήν του κάποιοι καλλιεργητές άφηναν δίχως να οργώσουν ένα τμήμα του αγρού τους (όπως στην περίπτωση του Στρατόνικου, βλ. «Παλατιανή Ανθολογία», 6.79) 

Το ισχυρότερο λατρευτικό κέντρο του Πανός ήταν η Αρκαδία, η οποία διεκδικούσε τον  τίτλο της κοιτίδος της λατρείας του και μάλιστα προς τιμήν του ονομαζόταν παλαιότερα Πανία: στο επί του Λυκαίου Όρους άντρο του έκαιγε αιώνιο πυρ, ενώ σε νομίσματα της Αρκαδίας οι Θεοί Παν και Ζευς τιμώνται με την επιγραφή «Διοπάν». Σε ασημένιους στατήρες του τέλους του 4ου π.α.χ.χ. αιώνα, ο Θεός Παν παρουσιάζεται στην οπίσθια όψη (στην εμπρόσθια απεικονίζεται ο «Λύκαιος» Ζευς) καθισμένος επάνω σε βράχο, με ανθρώπινη μορφή και κρατώντας στο δεξί χέρι το «λαγώβολον», ενώ η «σύριγξ» είναι αφημένη σε έδαφος, δίπλα στα πόδια του. Οι απεικονίσεις αυτές συνοδεύονται από τις ΟΛΥ και ΟΛΥΜ (το Λύκαιον αποτελεί τον Όλυμπο των Αρκάδων), αλλά και ΧΑΡΙ (από το οποίο ο Άγγλος νομισματολόγος Χεντ (Barclay Vincent Head) συμπέρανε ότι προφανώς στην Ιερά Κορυφή εορτάζονταν και τα «Χαρίσια» ή «Χαριτήσια», αν και το πιθανότερο είναι τα νομίσματα να έχουν κοπεί από την αρκαδική πόλη Χαρισία).

Προς τιμήν του Πανός εορτάζονταν στην Αθήνα τα «Πάνεια», ετήσια εορτή προς τιμή του Θεού Πανός «Τροπαιοφόρου», η οποία καθιερώθηκε μετά τα λεγόμενα «Μηδικά» σε άγνωστη ημερομηνία, ίσως στις εννέα του αττικού μηνός Βοηδρομιώνος, όπως υποθέτει ο H. W. Parke. Η εορτή άρχιζε με θυσίες και κορυφωνόταν με λαμπαδηφορία που κατέληγε στα δύο Ιερά του Θεού, αρχικά στους πρόποδες της Ακροπόλεως και μετά στους πρόποδες της Πνυκός (το οποίο ανακαλύφθηκε κατά την δεκαετία του 2000). «Πάνεια» εόρταζαν και οι κάτοικοι της νήσου Θάσου, της μακεδονικής πρωτεύουσας Πέλλας, της Αλεξανδρείας, καθώς και οι της Σκύρου, της οποίας ο συγκεκριμένος Θεός ήταν πολιούχος.

Η λατρεία του Θεού γινόταν κατά κανόνα σε άντρα (σπήλαια) που φιλοξενούσαν αγάλματα ή ξόανά του, ακόμη και εντός των άστεων, όπως στην περίπτωση των Αθηνών. Ως αρχαιότερος ναός του Θεού αναφέρεται το επί του Λυκαίου Όρους σπήλαιο που φιλοξενούσε την συλλατρεία του με την Θεά Σελήνη. Τα γνωστότερα λατρευτικά άντρα του Θεού είναι τα ακόλουθα: στα όρη Μαίναλον, Λύκαιον, Παρθένιον, Γλύφιον της Αρκαδίας, στο Παναχαϊκον, στην Ακρόπολη και την Πνύκα των Αθηνών, στην Βάρη («Σπήλαιο Νυμφολήπτου»), το Δαφνί, την Οινόη, την Πεντέλη, τον Μαραθώνα, την Πάρνηθα της Αττικής, στον Κιθαιρώνα και το Κωρύκειο όρος των Δελφών, στο Αμάριον της Κρήτης, στην Άσπρη Πέτρα της Κω, στο Νυμφαίον της Λέσβου, στην Μελισσάνη της Κεφαλονιάς, στο Κωρύκειο Κιλικίας, στο Ρήγιον της Καλαβρίας, στην Ρώμη, κ.ά.

Το πιο ενδιαφέρον από λατρευτικής – ιστορικής πλευράς Ιερό του Θεού στην Αττική είναι εκείνο στην  νοτιοδυτική πλευρά της Πάρνηθος (στο φαράγγι Κελάδωνα, νυν «Γκούρας») που οι εντόπιοι ονομάζουν «Λυχνοσπηλιά». Πρόκειται για σπήλαιο στο οποίο συλλατρεύονταν οι Νύμφες, με τρεις αρχαίες πηγές στο εσωτερικό του και λευκούς σταλαγμίτες και σταλακτίτες (που τώρα έχουν σχεδόν καταστραφεί) μήκους 68 μ., με δεύτερη τυφλή αίθουσα μήκους 20 μ. Η ανασκαφική έρευνα απέδωσε 2.000 λυχνάρια και πολλά άλλα ευρήματα, το πρώτο στρώμα των οποίων ξεκινάει από την μυκηναϊκή εποχή και το τελευταίο σταματάει στους μέσους βυζαντινούς χρόνους, οπότε και υπήρξε βίαιη διακοπή της λατρείας του Θεού.

Στον Θεό Πάνα δόθηκαν από τους ιερείς ή τους ποιητές αρκετά λατρευτικά ή ποιητικά επίθετα, συχνότερα των οποίων απαντώνται τα ακόλουθα: «Αιγελάτης» (αυτός που οδηγεί τις αίγες), «Αιγιβότης» (αυτός που βόσκει τις αίγες), «Αγρότας» ή «Άγριος» ή «Αγρότης» ή «Αγρονόμος» ή «Αγρεύς» (προστάτης των κυνηγών, στον Πίνδαρο, τον Ησύχιο, τον Απολλώνιο Ρόδιο), «Αιγόκερως» (ο φέρων κέρατα αίγας, στον Λουκρήτιο και αλλού), «Αιγώνυξ» ή «Αιγιπόδης» ή «Αιγομελής» ή «Κερώνυξ» (ο έχων την δίκερω οπλή των αιγών), «Άκτιος» (προστάτης των αλιέων), «Αυτόξυλος» (με αγάλματα από ακατέργαστο ξύλο), «Αλίπλαγκτος» (επειδή έπιασε τον Τυφώνα με δίχτυ, ή επειδή λατρεύεται από τους αλιείς κατά τον Σουϊδα), «Αρκάδιος» ή «Αρκάς», «Αρνεοθοίνης», «Αγλαόθρονος», «Αρχέγονος» (πρωταίτιος), «Ασίγητος», «Αστροδίαιτος» (ο διαβιών στην ύπαιθρο), «Αυξητής» (ο αυξάνων τα προϊόντα της Φύσης), «Αντροχαρής» (ο χαιρόμενος τα σπήλαια), «Βουήτης»,  «Δασύκνημος» (ο έχων τριχωτές κνήμες), «Δίκερως», «Δυσέρως» (ατυχής στον έρωτα), «Εύθηρος» (αποτελεσματικός στο κυνήγι), «Εύκραιρος» (με καλά κέρατα, πλουτοδότης), «Εύσκαρθμος» (γοργός στα πόδια), «Ευκέλαδος» (μελωδικός), «Επαρωγός» (βοηθός), «Έκπαγλος» (θαυμάσιος), «Εύσκοπος» (οξυδερκής), «Ερημονόμος», «Εύοδος» (Θεός που εγγυάται τον καλό δρόμο, βρέθηκε σε επιγραφή από την Απολλωνόπολη της Αιγύπτου), «Ηδύγελως» (με γλυκό γέλιο), «Θεός Νεότατος» (ο τελευταίος των Θεών που έφθασε στον Όλυμπο), «Κερόεις» ή «Κεράστης», «Κήλων» (κηλίας, από όπου το νεοελληνικό «τσιλιπουρδώ», βλ. Cook, τ.1, σελ. 697, σημ. 4), «Κοσμοκράτωρ», «Κρημνοβάτης», «Λοφιήτης» ή «Ορειβάτης» ή «Ουρεσίοικος» ή «Ορέσσαυλος» ή «Ορεσσίνομος» ή «Ορεσίδρομος» (ο διαβιών και κινούμενος στα όρη), «Λυτήριος» (απελευθερωτής, στην Τροιζήνα, βλ. Παυσανίας 2.35.5), «Μαινάλιος» ή «Μαιναλίδης» (ο του Μαινάλου όρους, βλ. Παυσανίας 8.26.2 και Οβίδιος 4.650), «Νόμιος» (προστάτης της νομής των κοπαδιών), «Πολυώνυμος», «Πιτύστεπτος» (στεφανωμένος με πεύκο), «Σινόεις» (απατηλός), «Συρικτής» ή «Συρίζων», «Σκολείτας», «Σκιρτητής» (χορευτής), «Υμνοπόλος», «Υψίκερως», «Υλοβάτης» (διαβιών στα δάση), «Τροπαιοφόρος», «Φίλαμνος» (αγαπών τα πρόβατα), «Φιλόδενδρος» (αγαπών τα δένδρα), «Φιλοπαίγμων» (αγαπών το παιγνίδι), «Φόρβας» ή «Φριξοκόμος» (τρομερός), «Φιλόχορος» (κατά τον Αισχύλο στους «Πέρσες») ή «Χοροποιός» (κατά τον Σοφοκλή στον «Αίαντα») και «Φιλοσπήλυγξ» (αγαπών τα σπήλαια, στην «Παλατιανή Ανθολογία»).

Ο Παν των Ετρούσκων και των Ρωμαίων

Ως αντίστοιχους (κατά την interpretatio graeca) του Θεού Πανός, το έθνος των Ετρούσκων τιμούσε τους κερασφόρους Θεούς Πάνο (Pano, που αντί του αυλού κρατεί λύρα) και Σελβάνς (Selvans, Silviano), το όνομα του οποίου δηλώνει τον Θεό των δασών. Ο Σελβάνς, Θεός των δασών, δωρητής της αρσενικής δύναμης και φρουρός των ορίων (Tutor Finium), είχε επίσης και μαντικό χαρακτήρα (αναφέρεται μάλιστα το όνομά του επάνω στο «μπρούτζινο συκώτι» της Piacenza), όπως άλλωστε και ηλιακό, αφού του αποδιδόταν η κυριότητα του φωτός της αυγής. Επιγραφές προς τιμήν του έχουν βρεθεί στο Σαρτεάνο (Sarteano) του αρχαίου Clusium, την Καρπένια (Carpegna) της Umbria και την Κορτόνα (Cortona, στα ετρουσκικά Curtun) του Arezzo.

Η Ρωμαϊκή Εθνική Θρησκεία τιμά τρεις διαφορετικούς κερασφόρους Θεούς που ομοιάζουν στον Θεό Πάνα των Ελλήνων, τον Σιλβανό (Silvanus), τον Φαύνο ή Φάουνους (Faunus) και τον Λουπέρκους (Luperkus). Ο πρώτος, ως Θεός των δασών (sylvestris deus, εκ του «silva», δάσος), προστάτης των ορίων των χωραφιών (Silvanus Custοs και Silvanus Orientalis) και τιμωρός των καταπατητών (σε θεοκρασία με τον Θεό Μαρς ως «Mars Silvanus»), είναι η εκρωμαϊσμένη εκδοχή του Σελβάνς, στην οποία όμως δεν αποδίδεται κανενός είδους θηριομορφισμός, ούτε και φέρει άλλωστε τα κλασικά σύμβολα του Πανός (σύριγξ, λαγώβολον κ.ά.). Tον αυστηρό Σιλβανό τιμούν μόνον οι ενήλικοι άνδρες, καθώς θεωρείται ασύμβατος προς την παιδικότητα ή την θηλυκότητα.

Σύμφωνα με τον Αγρίππα ο Φάουνους, ο δικέρατος (bicornis) Θεός της άγριας φύσης και «πατέρας» της λεγόμενης Καλής Θεάς (Bona Dea), είναι για τους Λατίνους ό,τι ο Θεός Απόλλων για τους Δελφιείς ή η Θεά Αθηνά για τους Αθηναίους, δηλαδή Θεός ανώτερος (παλαιότατος, ένας από τους «Di indigetes», «εγγονός» του Σατούρνους) και προστάτης, λέγεται δε ότι αυτός έδωσε την παλαιά Θρησκεία στους Λατίνους, πριν δηλαδή αυτή εξελληνιστεί έπειτα από την επαφή τους με τους Έλληνες. Το όνομα του Φάουνους σημαίνει ευμένεια (qui favet, αυτός που ευνοεί) και όντως είναι Θεός ευεργετικός, εξουσιαστής των αγρών και των ζώων, δάσκαλος της αυλητικής τέχνης και προστάτης της νομοθεσίας. Κάποιες φορές, ο Φάουνους νοείται όχι ως μία μόνον θεότητα, αλλά ως πολυπληθής ομάδα (Fauni) αγροτοποιμενικών ευεργετικών θεοτήτων με τα αυτά ως άνω χαρακτηριστικά.

Υπό την εκδοχή «Fatuclus» ή «Fatuus» (με θηλυκό μάλιστα αντίστοιχο την Θεά «Fauna» ή «Favola» και «Fatua») είναι και Θεός της προφητικής (με τα δύο πιο γνωστά μαντεία του το ένα στο Ιερό Άλσος του αρχαίου Tibur, του σημερινού Tivoli και το άλλο επάνω στον Αβεντίνο Λόφο της Ρώμης), ενώ μετά τον εξελληνισμό της Ρωμαϊκής Θρησκείας τού αποδόθηκε και η προστασία των ποιμνίων, αλλά και του κυνηγίου, καθώς και διαφόρων πλευρών της γεωργίας. Υπό την επίκλησή του «Ντιάνους» («Faunus Dianus», με ελαφίσια κέρατα) ορίζεται επίσης και ως ακόλουθος της Θεάς Ντιάνα και φύλακας των εισόδων συγκεκριμένων ιερών δασών.

Κατά την παράδοση, ο υιός του Θεού Ερμή Εύανδρος («καλός άνδρας») ηγήθηκε κατά την βαθιά αρχαιότητα μιας αποικίας από το αρκαδικό Παλάντιον στον Παλατίνο Λόφο του Λατίου, γενόμενος έτσι γενάρχης των μετέπειτα Ρωμαίων. Εκεί εισήγαγε την λατρεία του Θεού Πανός και τους εορτασμούς των «Λυκαίων», από τα οποία αργότερα οι Ρωμαίοι διαμόρφωσαν τα δικά τους «Λουπερκάλια» («Lupercalia»), ταυτίζοντας με τον Έλληνα Πάνα τον δικό τους Θεό Λουπέρκους.

Θεοκρασίες

Ως παραδοσιακά ελληνικός Θεός ο Παν, δεν συμμετέχει σε πολλές θεοκρασίες, και μεταβιβάζει τα θηριομορφικά χαρακτηριστικά του στον Σιλβανό μόνο στην περίπτωση κάποιων αναθηματικών αναγλύφων από την Δαλματία. Θεοκρασία του με τον αιγυπτιακό σεληνιακό Θεό Μήνα απαντάται στην αιγυπτιακή πόλη Χέμμιν, την οποία οι Έλληνες μετονόμασαν σε «Πανόπολη» (να σημειωθεί εδώ ότι, κατά τον Ηρόδοτο, ο Παν ήταν ένας από τους Θεούς του παλαιότατου οκταθέου των Αιγυπτίων, στην δε Μένδη λατρευόταν ως Θεός της ισχύος και της καρποφορίας). Άλλη θεοκρασία εντοπίζουμε με τον Θεό Βάαλ-γαδ στην πόλη Πανειάδα (σημερινή Μπανιάς στα υψίπεδα Γκολάν), την οποία ίδρυσαν, αρχικά ως λατρευτικό κέντρο, οι Πτολεμαίοι. Στην αλεξανδρινή παράδοση ωστόσο, ο Παν, σε κλείσιμο το κύκλου που ξεκίνησε στα πανάρχαια χρόνια στο αρκαδικό Λύκαιο Όρος, εκλαμβάνεται ως πλευρά του ιδίου του Θεού Διός, ως «Ήλιος», «Πύρινος Λόγος» και «Δημιουργός».

Ο υποτιθέμενος θάνατος του Θεού

Μέσα στην Ελληνική Γραμματεία έχει μεταφερθεί έως τις ημέρες μας μία αφήγηση του Πλουτάρχου στο «Περί εκλελοιπότων χρηστηρίων» (415), που αποδίδεται περαιτέρω σε κάποιον Επιθέρση, πατέρα του ρήτορα Αιμιλιανού. Σύμφωνα με αυτήν, ένας Αιγύπτιος καπετάνιος, που περιέργως έφερε όνομα Θεού (και συγκεκριμένα του Ταμμούζ, δηλαδή του Αδώνιδος), βίωσε εν πλω ένα διπλό «θαύμα» στο ύψος των Παξών και στο ύψος του Βουθρωτού της Ηπείρου, με το οποίο του ανακοινωνόταν υποτίθεται ο... θάνατος του Θεού Πανός. Η αφήγηση είχε υποτίθεται φθάσει και μέχρι τα αυτιά του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τιβέριου, που μάλιστα, αφού ακροάστηκε προσωπικά τον καπετάνιο με το θεϊκό όνομα, διέταξε την διεξαγωγή έρευνας για τον θάνατο του Θεού! 

Η αφήγηση αυτή θα αποτελούσε σήμερα απλώς μία αρνητική κηλίδα στην συγγραφική σοβαρότητα του Πλουτάρχου, εάν δεν είχε προκύψει μετά από τρεις αιώνες η αναφορά σε αυτήν από τον γνωστό αρχιπλαστογράφο χριστιανό Ευσέβιο Καισαρείας, τον «πατέρα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας», που, επιχειρώντας στην «Ευαγγελική Προπαρασκευή» του να πείσει τους ομοθρήσκους του ότι ο Θεός Παν είχε πεθάνει επειδή είχε γεννηθεί ο υποτιθέμενος δικός του εξ Ιουδαίας «θεάνθρωπος», ουσιαστικά μας δείχνει ότι κατά πάσα πιθανότητα αυτός ή άλλοι ομόθρησκοί του απατεώνες έχουν εμβόλιμα αποδώσει στον Πλούταρχο μία αφήγηση παράλογη όσο και ανιστόρητη (ούτε ονόματα Θεών έφεραν οι άνθρωποι, ούτε ο αυτοκράτωρ καλούσε σε ακρόαση τον πρώτο τυχόντα που εξιστορούσε κάτι, όσο εξωφρενικό κι αν ήταν αυτό), η οποία απλώς εξυπηρετούσε την προπαγάνδα τους.       

Η μόνη ερώτηση είναι γιατί επελέγη ο Θεός Παν να «πεθάνει» ώστε να ανακοινωθεί ο ερχομός του υποτιθέμενου «θεανθρώπου» των χριστιανών; Η απάντηση είναι επειδή ακριβώς ο συγκεκριμένος Θεός είχε κατά την ύστερη αρχαιότητα επωμισθεί την καθολική εικόνα της εκδηλωμένης Φύσης, αλλά και την μυστηριακή σύνδεση με τον Θεό Αιώνα, επελέγη ως η απόλυτη εικόνα του Εθνισμού που έπρεπε με κάθε τρόπο να αφανισθεί. Γι’ αυτό άλλωστε και στα τέλη του 5ου αιώνα οι χριστιανοί άρχισαν να απεικονίζουν τον υποτιθέμενο «Διάβολο» της δυϊστικής θρησκείας τους με την μορφή του Θεού Πανός, που στα μάτια τους συσσωμάτωνε το σύνολο των Θεών των εθνικών.    

Επάνω στον υποτιθέμενο θάνατο του Θεού υπήρξαν στους 2 – 3 τελευταίους αιώνες, κατά τους οποίους αποσύρθηκε μερικά το χριστιανικό σκοτάδι, διάφορες τοποθετήσεις από ερευνητές ή λογοτέχνες, κατά κανόνα αντιρρητικές απέναντι στην χονδροειδή πλαστογραφία. Το ενδιαφέρον για τον Θεό υπήρχε ήδη από τον 16ο αιώνα, όταν ο Γάλλος Clement Marot, 1496 – 1544, στα ειδύλλιά του, τα πρώτα της Αναγέννησης, έβαζε όλους τους πρωταγωνιστές του χωρικούς υπό την προστασία του Πανός, ενώ αρκετοί ρομαντικοί ποιητές ανακάλυψαν τον Θεό έπειτα από την δημοσίευση από τον γνωστό πλατωνιστή Ταίηλορ (Thomas Taylor, 1758 – 1835) της αγγλικής μετάφρασης του Ορφικού Ύμνου του Πανός το 1787.  Ο  συγγραφέας Τόμας Λαβ Πήκοκ (Thomas Love Peacock, 1785 – 1866) υπέγραφε τις επιστολές του «στο όνομα του Πανός», ο δε Όσκαρ Ουάϊλντ (Oscar Wilde, 1854 – 1900) χαιρετίζει τον Θεό με τον στίχο «Ω αιγοπόδαρε Θεέ της Αρκαδίας! Ο σύγχρονος κόσμος την ανάγκη σου έχει!» («O goat-foot God of Arcady! The modern world hath need of thee!»).

Ο εσωτεριστής Μάνλι Χώλ (Manly Palmer Hall, 1901 – 1990) υπογράμμισε το 1928 με βεβαιότητα ότι την ιστορία αυτή «την κατασκεύασαν οι χριστιανοί», ενώ ο Ρόμπερτ Γραίηβς (Robert Graves) προσπάθησε το 1955 καλοπροαίρετα να αποδώσει την πλαστή αυτή αφήγηση στο ότι ίσως παράκουσε ο υποτιθέμενος Αιγύπτιος καπετάνιος τον τελετουργικό θρήνο για τον Θεό Ταμμούζ – Άδωνι.

Το ότι ο Θεός Παν ούτε πέθανε ποτέ, ούτε και μπορεί να πεθάνει, κραυγάζει από το λογοτεχνικό μετερίζι και ο Ανδρέας Εμπειρίκος στο «Αργώ, ή Πλους αεροστάτου» (που δημοσιεύθηκε το 1980, μετά τον θάνατό του), ενώ επίσης στην «Παγκόσμιο Συμπολιτεία της Νέας Εποχής» μέσα στον «Μεγάλο Ανατολικό» του, «η επίσημος θρησκεία ήτο η του Πανός». Πολύ πριν από αυτόν, το 1897, ο Κωστής Παλαμάς φώναζε στο πανελλήνιο μέσα από την ποιητική του συλλογή «'Ιαμβοι και Ανάπαιστοι»: «Η γη μας, γη των άφθαρτων / αερικών και ειδώλων, / πασίχαρος και υπέρτερος / Θεός μας είν’ ο Απόλλων. / Στα εντάφια λευκά σάβανα / γυρτός ο Εσταυρωμένος / είν' ολόμορφος Αδωνις / ροδοπεριχυμένος. / Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας / αθέλητα κρυμμένη. / Ο Μέγας Παν δεν πέθανε, / όχι· ο Παν δεν πεθαίνει!»

Βλάσης Γ. Ρασσιάς

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:Borgeaud Philippe, «Recherches sur le dieu Pan», Rome, 1979
Cook Arthur Bernard, «Zeus A Study In Ancient Religion», New York, 1964
Graves Robert, «The Greek Myths», London, 1955
Grimal Pierre, «Λεξικό Της Ελληνικής Και Ρωμαϊκής Μυθολογίας», Θεσσαλονίκη, 1991
Hall Manly Palmer, «The Secret Teachings of All Ages», 1928
Hope Murry, «The Greek Tradition», Dorset, 1989
Jones Prudence – Pennick Nigel, «A History of Pagan Europe», London, 1995
Kerenyi Karl, «The Gods of the Greeks», London, 1951
Κοντογονής Κωνσταντίνος, «Επιτομή Ελληνικής Μυθολογίας», Αθήνα, 1840
Λέτσας Αλέξανδρος, «Μυθολογία της Γεωργίας», Θεσσαλονίκη, 1957
Merivale Patricia, «Pan the Goat-God: his Myth in modern times», Cambridge, 1969
Οικονομόπουλος Ηλίας, «Μυθολογία Της Αρχαίας Ελλάδος», Αθήνα, 1900
Preisendanz Karl, «Papyri Graecae Magicae», Stuttgart, 1928
Robertson Noel, «Festivals and Legends. The formation of Greek Cities in the light of public ritual», Toronto, 1992
Seyffert Oskar, «A Dictionary of Classical Antiquities», London, 1957
Τουτουντζή Ουρανία, «Η Ποίηση των Ανθρώπων, Θεοί και Ήρωες στην Iλιάδα», Αθήνα, 2009